Πριν προχωρήσουμε σε διεξοδική ανάλυση των προβλέψεων της ΕΠΜ,
παραθέτουμε κάποιες γενικές απόψεις-παραδοχές σχετικά με την άσκηση της
θήρας στους Υγροτόπους Αμβρακικού:
-Το κυνήγι, σύμφωνα µε το Ευρωπαϊκό Δίκαιο, την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το
Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, αποτελεί µια συμβατή προς το περιβάλλον
ανθρώπινη δραστηριότητα. Η Ε.Ε. όχι µόνο θεωρεί το κυνήγι συμβατή
δραστηριότητα, αλλά µε πολλές πρωτοβουλίες σε συνεργασία µε τις Κυνηγετικές
Οργανώσεις της Ευρώπης, έχει αναλάβει την προώθηση του αειφόρου κυνηγίου ως
μέσο για την προστασία της βιοποικιλότητας και την διατήρηση της φύσης. Η Ε.Ε.
έχοντας αναγνωρίσει το σημαντικό έργο των Κυνηγετικών Οργανώσεων
συνεργάζεται μαζί τους για την εξασφάλιση των τόσο σημαντικών για τη διαχείριση
του περιβάλλοντος στοιχείων.
-Οι θηραματικοί πληθυσμοί αποτελούν έναν ανανεώσιμο φυσικό πόρο της
άγριας ζωής στην ύπαιθρο. Η χρήση τους, ειδικά μέσω της κυνηγετικής
δραστηριότητας και της αειφορική κάρπωσης, μπορεί να συνεισφέρει στη
διατήρηση της βιοποικιλότητας τόσο των ενδιαιτημάτων όσο και των ειδών
(Lecocq 2004). Αυτή η αρχή έχει αναγνωριστεί επίσημα και από τον Παγκόσμιο
Οργανισμό για τη Διατήρηση της Φύσης (IUCN) ο οποίος την υιοθέτησε στην
Δήλωση Πολιτικής του (Policy Statement) που έλαβε χώρα τον Οκτώβριο του
2000 στο Παγκόσμιο Συνέδριο Διατήρησης της Φύσης στο Αμάν της Ιορδανίας
(Lecocq 2004). Το ίδιο άλλωστε πραγματεύεται και μια πρόσφατη επιστημονική
εργασία στην οποία οι συγγραφείς αποδεικνύουν πως, όταν η κυνηγετική
δραστηριότητα θεσμοθετείται σωστά βασιζόμενη σε επιστημονικά κριτήρια, τότε η
άσκησή της ακόμα και σε πληθυσμούς θηραματικών ειδών σε μείωση ή με
χαμηλούς αριθμούς, όχι απλά μπορεί να επιφέρει θετικά αποτελέσματά για τα είδη
αυτά αλλά ίσως να είναι και ο μοναδικός τρόπος διατήρησής τους (Loveridge et al.
2006).
Παράλληλα μία προγενέστερη επιστημονική εργασία η οποία μελέτησε τους λόγους
μείωσης 80 ειδών άγριας πτηνοπανίδας στη Γαλλία, μεταξύ των οποίων και πολλά
θηραματικά, απέδειξε πως το κυνήγι δεν ευθύνεται για τη μείωση πληθυσμού
κανενός είδους, ενώ οι βασικές αιτίες είναι η κλιματική αλλαγή και η υποβάθμιση
των βιοτόπων (Jouliard et al. 2003). Για τον λόγο αυτό άλλωστε, η μελέτη των
θηραματικών πληθυσμών σε εθνικό επίπεδο, η οποία πραγματοποιείται από τις
αντίστοιχες κυνηγετικές οργανώσεις σε όλες τις χώρες τις Ευρώπης,
χρησιμοποιείται από διάφορες κυβερνήσεις για τη λήψη σημαντικών διαχειριστικών
2
αποφάσεων (Murray & Simcox 2003,Whitlock et al.
2003, Aebischer & Baines 2008).
- Οι επιτρεπόμενες στη θήρα περιοχές αποτελούν μόλις το 20% περίπου της
συνολικής έκτασης του Εθνικού Πάρκου Υγροτόπων Αμβρακικού. - Ο Φορέας Διαχείρισης Υγροτόπων Αμβρακικού στο υπ. αριθμ 217/22-3-
2016 έγγραφο του (εθνικός διάλογος για το κυνήγι) αναφέρει: «Η θήρα
αποτελεί μια αρχέγονη ανθρώπινη δραστηριότητα, η οποία δεν αντιβαίνει adhoc
στη διατήρηση των φυσικών ενδιαιτημάτων καθώς και της άγριας πανίδας
και χλωρίδας» και «Η αειφορική θήρα μπορεί υπό προϋποθέσεις να
συμπεριληφθεί και να συμβάλει στη διατήρηση των οικοσυστημάτων….». - Η συνθήκη Ramsar αναφέρεται στην προστασία και βελτίωση των
ενδιαιτημάτων και την προστασία των ειδών κατά τις ευαίσθητες
περιόδους αναπαραγωγής και μετανάστευσης. Στις περιόδους αυτές δεν
ασκείται θήρα και η συνθήκη Ramsar δεν ορίζει κανόνες θήρας διότι δεν
ασχολείται με τη θήρα. - Το σύνολο των τοπικών Δασικών Υπηρεσιών είχαν εισηγηθεί τη
διεξαγωγή θήρας στο Εθνικό Πάρκο Υγροτόπων Αμβρακικού στις
συγκεκριμένες Ζώνες, θεωρώντας την απολύτως συμβατή με την
προστασία και την αειφορική διαχείριση του ενώ η άσκηση της θήρας
αποτελεί πρόταση όλων των εμπλεκόμενων φορέων στην περιοχή (τοπική
αυτοδιοίκηση, επιμελητήρια, Φορέας Διαχείρισης Υγροτόπων Αμβρακικού κλπ),
που αποδέχονται ότι παράλληλα συμβάλλει καταλυτικά και στην ενίσχυση της
τοπικής οικονομίας με πολλούς και ποικίλους τρόπους. - Η λαθροθηρία έχει περιοριστεί σημαντικά, όπως έχει τονιστεί σε επίσημες
συναντήσεις των εμπλεκόμενων φορέων, παρουσία των δασικών αρχών της
περιοχής και του Φορέα Διαχείρισης Υγροτόπων Αμβρακικού, σε σύγκριση με τα
έτη που δεν επιτρέπονταν η θήρα σε όλη την έκταση των υγροτόπων.
Επιπρόσθετα στην «Απολογιστική Έκθεση του Φορέα Διαχείρισης Υγροτόπων
Αμβρακικού για τα περιστατικά λαθροθηρίας στο Εθνικό Πάρκο» που συντάχθηκε
στις 20/3/2015, στα συμπεράσματα μεταξύ άλλων αναφέρει «…αποτυπώνουμε για
πρώτη φορά το μέγεθος του προβλήματος της λαθροθηρίας, αλλά και τη
διαφαινόμενη πτωτική τάση των περιστατικών τον τελευταίο 1 1/2 χρόνο,
βασιζόμενοι σε πρωτογενή δεδομένα προερχόμενα από καταγραφές στο πεδίο
και όχι από θεωρητικές εκτιμήσεις ειδικών.» - Η φυσική παρουσία των κυνηγών στην περιοχή έχει λειτουργήσει
ανασταλτικά στην δράση επίδοξων λαθροθήρων.
Όσον αφορά θέματα όχλησης και σύγχυσης αναφέρουμε τα κάτωθι:
3
Όχληση
Επιστημονικά και τεχνικά στοιχεία αποδεικνύουν ότι η θήρα με τον τρόπο που
ασκείται σήμερα σε τμήματα του Αμβρακικού κόλπου δεν προκαλεί όχληση τόσο
για τα θηρεύσιμα όσο και για τα προστατευόμενα είδη.
Συγκεκριμένα: ερευνητικές εργασίες αναφέρουν την ουσιαστική διαφορά στο
επίπεδο όχλησης μεταξύ των διαφόρων ανθρωπογενών δραστηριοτήτων
(μηχανοκίνητες βάρκες, τουριστικές δραστηριότητες, σπορ στο νερό,
μοτοσικλετιστές, αεροπλάνα κλπ) (Burger 1991, Ward et al 1994, Riddington et al
1996) σε σχέση με την όχληση που προκαλείται από τους κυνηγούς η οποία
απομακρύνει τα πουλιά σε έως και 6 φορές μικρότερη απόσταση συγκρινόμενη με
τις παραπάνω οχλήσεις (Fox & Madsen 1997, Madsen 1998a). Παρατηρήθηκε
επιπρόσθετα ότι τα πουλιά δεν αντιδρούν καθόλου σε πυροβολισμούς που
προέρχονται από απόσταση μεγαλύτερη των 80 μέτρων (Van den Tempel 1992
αναφορά στους Fox & Madsen 1997). Σε ξαφνικές οχλήσεις (π.χ. πυροβολισμούς)
τα πουλιά επανέρχονται στο ίδιο σημείο μετά από διάστημα μερικών λεπτών και
συνεχίζουν την δραστηριότητα που διέκοψαν πολύ πιο σύντομα, σε αντίθεση με
άλλου είδους και μεγάλης διάρκειας οχλήσεις οι οποίες δεν σχετίζονται με τη θήρα
(Belanger & Bedard 1990). Ερευνητές (Fox & Madsen 1997, Rogers & Smith
1997, Madsen 1998b) i) δεν αξιολογούν ως σημαντικό ζήτημα όχλησης το κυνήγι
και ii) επισημαίνουν ότι οι σημαντικότερες οχλήσεις για τα πτηνά είναι αυτές που
προκαλούνται από τους φυσικούς άρπαγές τους (Tamisier 1976, Ward et al 1994,
Quinn 1997, Triplet et al 1999). Από την ανάλυση ειδικών τεχνικών στοιχείων τα
οποία αφορούν τη διεξαγωγή της θηρευτικής δραστηριότητας στην Ελλάδα και την
επίδρασή της σε θηρεύσιμα και μη θηρεύσιμα είδη (Sokos C., Birtsas P., Connelly
J., Papaspyropoulos K. 2013. Hunting of migratory birds: disturbance intolerant
or harvest tolerant? Wildlife Biology 19: 113-125), τεκμηριώνεται ότι δεν
υφίσταται πρόβλημα όχλησης από την εφαρμογή της κυνηγετικής δραστηριότητας
ούτε και από τη διάρκεια της περιόδου θήρας.
Τέλος, μελέτη (Stock & Hofeditz 1996) αποδεικνύει ότι ούτε η φυσική ούτε η
αναπαραγωγική κατάσταση ενός πληθυσμού πτηνών επηρεάζονται λόγω της
όχλησης.
Σύγχυση
Σύγχυση των ειδών από τους κυνηγούς μόνο θεωρητικά μπορεί να υφίσταται και
στην πραγματικότητα η τυχαία θανάτωση είναι πολύ σπάνια έως αδύνατη και η
επίπτωσή της αμελητέα.
Η Οδηγία 79/409 του διαχωρίζει τα πτηνά σε θηρεύσιμα και μη ανά χώρα και τα
κατατάσσει στα αντίστοιχα παραρτήματα της κατά συνέπεια γίνεται αυτομάτως η
4
παραδοχή της ικανότητας αναγνώρισης από τους κυνηγούς των διαφόρων ειδών,
ώστε να μπορούν να θηρεύουν μόνο τα επιτρεπόμενα.
Τα θηρεύσιμα είδη είναι ομαδοποιημένα ανάλογα με την μορφολογία τους, την
συμπεριφορά τους ή τον τύπο βιοτόπου που προτιμούν, όπως αναφέρεται και στις
παραγράφους 2.6.5 και 2.6.7 του Οδηγού (Guidance document on hunting
under Council Directive 79/409/EEC on the conservation of wild birds, εφεξής
«Οδηγός») όπου δίνονται οδηγίες για την ομαδοποίηση τους, με προσαρμογή
πάντα στις συνθήκες που επικρατούν στην κάθε χώρα.
Όσον αφορά τα προστατευόμενα ή απειλούμενα είδη, όπως αυτά αναφέρονται
στον Οδηγό στην παράγραφο 2.6.10, το καθεστώς απαγόρευσης θήρας είναι
δεδομένο στους βιότοπους που προτιμούν αφού οι βιότοποι αυτοί έχουν ενταχθεί
είτε στο καθεστώς προστασίας εθνικών δρυμών, είτε σε καθεστώς προστασίας από
άλλες συνθήκες, είτε σε λοιπές απαγορευμένες για το κυνήγι περιοχές.
Το κυνήγι των υδροβιών και παρυδάτιων πτηνών στην Ελλάδα ξεκινάει
από τη 15 η Σεπτεμβρίου, ημερομηνία μετά την οποία δεν υφίσταται πλέον
ζήτημα σύγχυσής μια και τα πουλιά έχουν ξεπεράσει το στάδιο της
πτερόρροιας όπως επισημαίνεται και στον οδηγό στην παράγραφο 2.6.8 που
πραγματεύεται το θέμα της αναγνώρισής τους.
Πρέπει ακόμα να αναφερθεί ότι οι Έλληνες κυνηγοί παρουσιάζουν μια
κατηγοριοποίηση ανάλογα με το θήραμα το οποίο προτιμούν. Το γεγονός
αυτό έχει ως αποτέλεσμα ο κάθε κυνηγός να εξειδικεύεται στο κυνήγι του
θηράματος που τον ενδιαφέρει και να εμβαθύνει σε ειδικά θέματα της βιολογίας
του αποκτώντας έτσι ειδικές γνώσεις πάνω στο θήραμα αυτό, γεγονός που
αναγνωρίζεται και στον Οδηγό στην παράγραφο 2.6.13 όπου διατυπώνεται η
παραδοχή της εξειδίκευσης των κυνηγών τόσο στο κυνήγι συγκεκριμένων
θηραμάτων όσο και στην αναγνώριση τους.
Η λανθασμένη αναγνώριση του θηράματος από τον κυνηγό είναι πρακτικά
αδύνατη λόγω της εγγύτητας του κυνηγού με το θήραμα που προκύπτει
από το μικρό δραστικό βεληνεκές των κυνηγετικών όπλων (35 μέτρα)
γεγονός που καλύπτεται στην παράγραφο 2.6.11 του Οδηγού όπου
αναφέρεται ότι είναι δύσκολη η αναγνώριση των θηραμάτων σε μεγάλες
αποστάσεις ανάλογα πάντα και με τον τύπο του βιοτόπου και τις καιρικές
συνθήκες.
Επιπρόσθετα η αποφυγή της σύγχυσης εξασφαλίζεται και με την
εκπαίδευση που υφίστανται οι κυνηγοί από τους Κυνηγετικούς Συλλόγους και
από τις γραπτές εξετάσεις που δίνουν, ως απαραίτητη προϋπόθεση για την
απόκτηση της κυνηγετικής άδειας.
5
Ο συνδυασμός ακόμα με το γεγονός ότι το κυνήγι στην Ελλάδα απαγορεύεται μισή
ώρα πριν από την ανατολή και μισή ώρα μετά τη δύση του ήλιου (Κ.Υ.Α.
414985/29.11.1985) καθώς επίσης και η δυνατότητα έκδοσης έκτακτης
Υπουργικής Απόφασης καθολικής απαγόρευσης της θήρας όταν επικρατούν
δυσμενείς καιρικές συνθήκες και η ορατότητα είναι περιορισμένη καθιστά πρακτικά
αδύνατη τη λανθασμένη αναγνώριση του θηράματος και καλύπτονται οι απαιτήσεις
της παραγράφου 2.6.11 και 2.6.12 του Οδηγού οι οποίες αναφέρονται στις
συνθήκες χαμηλού φωτισμού και περιορισμένης ορατότητας.
Άλλος παράγοντας που αποκλείει την πιθανότητα σύγχυσης αποτελεί το γεγονός
ότι το κάθε θήραμα έχει τον δικό του ξεχωριστό βιότοπο, έχει τις δικές του
συνήθειες και χαρακτηριστικό τρόπο πετάγματος και κίνησης στον χώρο, καθώς
και το δικό του απαραγνώριστο κελάηδημα ή κρώξιμο πράγμα που αναγνωρίζει και
ο Οδηγός στην παράγραφο 2.6.5 όπου παρέχονται τα κριτήρια για τον διαχωρισμό
των θηραματικών ειδών.
Τέλος ο διαφορετικός τρόπος αναζήτησης του θηράματος και κυνηγιού που
εφαρμόζεται στην Ελλάδα (Thomaides et al., in press) για το κάθε θήραμα (π.χ.
καρτέρι ή έρευνα με σκύλο κλπ.) εξασφαλίζει την κυνηγετική ευκαιρία συνάντησης
με το ζητούμενο είδος θηράματος, αποτρέποντας την σύγχυση.
- Οι Κυνηγετικές Οργανώσεις της χώρας, μέσω πληθώρας στοιχείων και ενός
μοναδικού όγκου δεδομένων τα οποία συλλέγουν αδιάκοπα επί σειρά ετών με το
ερευνητικό πρόγραμμα «Φαινολογία της Μετανάστευσης των Πτηνών στην
Ελλάδα», έχουν τεκμηριώσει επιστημονικά και επανειλημμένως τη συμβατότητα
της κυνηγετικής δραστηριότητας στην περιοχή του Αμβρακικού. Παράλληλα, η
δραστηριότητα της θήρας δεν ασκείται σε περιόδους φωλαιοποίησης και
προαναπαραγωγικής μετανάστευσης των ειδών και επομένως δεν παρουσιάζει
επικάλυψη μεταξύ της λήξης της θήρας και της ημερομηνίας έναρξης της
προαναπαραγωγικής μετανάστευσής τους προς τις θέσεις φωλαιοποίησης.
Έχοντας υπόψη όλα τα παραπάνω, αρχικά θεωρούμε άκυρη και ανεδαφική την
μονομερή αναφορά εκ μέρους της μελετητικής ομάδας, στο Κεφάλαιο 4 (σελ 439)
και Kεφάλαιο 5 (σελ 616 & 617), των συμπερασμάτων ενός non-paper με τίτλο
«Αξιολόγηση συμβατότητας της θήρας με την προστασία του Πυρήνα του Εθνικού
Πάρκου Υγροτόπων Αμβρακικού», που συνέταξε η Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρία
τον Νοέμβριο του 2012. Το εν λόγω κείμενο αποτελεί και αποτυπώνει τις
προσωπικές απόψεις του Φορέα, δεν έχει δημοσιευτεί σε κανένα έγκριτο
επιστημονικό περιοδικό και προφανώς δεν έχει εγκριθεί από κανέναν φορέα του
Δημοσίου (ΟΦΥΠΕΚΑ κλπ). Αν δε αναλογιστεί κανείς ότι η θήρα επιτράπηκε σε
6
ζώνες 1 χρόνο μετά (2013), σημαίνει ότι δεν υιοθετήθηκαν τα συμπεράσματά του
από το ΥΠΕΝ. Συνεπώς πρέπει να εξαλειφθούν στο σύνολό τους από το κείμενο
της μελέτης και προφανώς δεν μπορούν να αποτελούν την βάση υλοποίησης
ενός προγράμματος επιστημονικής παρακολούθησης της επίδρασης της θήρας σε
θηρεύσιμα και μη είδη (σελ 616).
Για την αναφορά δε, στην σελίδα 439, ότι «η δυνατότητα άσκησης νόμιμης
θηρευτικής δραστηριότητας δεν συνδέεται αναγκαστικά με τη μείωση περιστατικών
λαθροθηρίας», ας ρωτήσει η μελετητική ομάδα τις Δασικές Υπηρεσίες, τους ΟΤΑ
της περιοχής, την Μονάδα Διαχείρισης του ΟΦΥΠΕΚΑ, τους κατοίκους της
περιοχής, τους ψαράδες και όποιον άλλο επιθυμούν, ώστε να καταλάβει γιατί
πρέπει να το διαγράψει από το κείμενο της ΕΠΜ, διότι η πράξη έχει αποδείξει το
ακριβώς αντίθετο.
Τέλος, προτείνουμε η ετήσια ΥΑ ρύθμισης της θήρας στον Αμβρακικό, να
αντικατασταθεί από μια αντίστοιχη, με τις ίδιες προβλέψεις για τις ζώνες και την
άσκηση της θήρας, αλλά 3ετούς διάρκειας.